Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schläger
01
ρακέτα, μπάτα
Ein Sportgerät, mit dem man einen Ball oder ein anderes Spielgerät schlägt, z. B. beim Tennis oder Baseball
Παραδείγματα
Ich habe meinen Tennisschläger vergessen.
Ξέχασα τη ρακέτα τένις μου.
02
τραμπούκος,κακοποιός, لات
eine gewalttätige Person, die andere einschüchtert oder angreift
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schlägers
πληθυντικός τύπος
Schläger
Παραδείγματα
Der Schläger bedrohte die Passanten.
Ο αλήτης απειλούσε τους περαστικούς.
03
ξύλινο σφυρί, μεγάλο σφυρί
ein langer Stock oder Schläger, der in bestimmten Spielen oder Sportarten benutzt wird
Παραδείγματα
Beim Polo benutzt man einen speziellen Schläger.
Στο πόλο, χρησιμοποιείται ένα ειδικό ραβδί.



























