Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schließen
01
κλείνω, κλειδώνω
Nicht mehr offen sein
Παραδείγματα
Der Briefumschlag schließt fest.
Κλείνει το φάκελο σφιχτά.
02
κλείνω, κλειδώνω
Etwas zumachen
Παραδείγματα
Schließ das Fenster!
Κλείσε το παράθυρο !


























