schließen
schließen
ʃli:sɐn
shlisn
schlittenschießenschlingen

Ορισμός και σημασία του "schließen"στα γερμανικά

schließen
01

κλείνω, κλειδώνω

Nicht mehr offen sein 
schließen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt
ενεστώτα μετοχή
schließend
απλός αόριστος
schloss
παθητική μετοχή
geschlossen
Παραδείγματα
Die Tür schließt langsam. 

Η πόρτα κλείνει αργά.

02

κλείνω, κλειδώνω

Etwas zumachen 
schließen definition and meaning
Παραδείγματα
Bitte schließe das Fenster, es ist kalt. 

Παρακαλώ κλείσε το παράθυρο, κάνει κρύο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store