Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schließen
01
κλείνω, κλειδώνω
Nicht mehr offen sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt
ενεστώτα μετοχή
schließend
απλός αόριστος
schloss
παθητική μετοχή
geschlossen
Παραδείγματα
Die Tür schließt langsam.
Η πόρτα κλείνει αργά.
02
κλείνω, κλειδώνω
Etwas zumachen
Παραδείγματα
Bitte schließe das Fenster, es ist kalt.
Παρακαλώ κλείσε το παράθυρο, κάνει κρύο.



























