schließen
Pronunciation
/schließen/

Ορισμός και σημασία του "schließen"στα γερμανικά

schließen
01

κλείνω, κλειδώνω

Nicht mehr offen sein
schließen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt
ενεστώτα μετοχή
schließend
απλός αόριστος
schloss
παθητική μετοχή
geschlossen
Παραδείγματα
Der Briefumschlag schließt fest.
Κλείνει το φάκελο σφιχτά.
02

κλείνω, κλειδώνω

Etwas zumachen
schließen definition and meaning
Παραδείγματα
Schließ das Fenster!
Κλείσε το παράθυρο !
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store