Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schließen
01
κλείνω, κλειδώνω
Nicht mehr offen sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
schließt
ενεστώτα μετοχή
schließend
απλός αόριστος
schloss
παθητική μετοχή
geschlossen
Παραδείγματα
Der Briefumschlag schließt fest.
Κλείνει το φάκελο σφιχτά.
02
κλείνω, κλειδώνω
Etwas zumachen
Παραδείγματα
Schließ das Fenster!
Κλείσε το παράθυρο !



























