Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlecht
01
κακός, χαμηλής ποιότητας
Von niedriger Qualität oder negativer Art
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schlechtesten
συγκριτικός βαθμός
schlechter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist ein schlechter Schüler.
Είναι ένας κακός μαθητής.
02
άρρωστος, ναυτία
Sich unwohl fühlend
Παραδείγματα
Sie sieht schlecht aus.
Φαίνεται άσχημα.
03
κατεστραμμένος, αλλοιωμένος
Nicht mehr genießbar oder funktionsfähig
Παραδείγματα
Mein Handy ist schlecht.
Το τηλέφωνό μου είναι κακό.



























