Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schlange
[gender: feminine]
01
ουρά, σειρά
Eine Gruppe von Menschen, die hintereinander warten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schlange
πληθυντικός τύπος
Schlangen
Παραδείγματα
Wir standen eine Stunde in der Schlange.
Περιμέναμε στην ουρά για μια ώρα.
02
φίδι, όφις
Ein langes, schlangenähnliches Reptil ohne Beine
Παραδείγματα
In der Wüste leben viele Schlangenarten.
Στην έρημο ζουν πολλά είδη φιδιών.



























