schlafen gehen
schlafen
ʃla:fɱ
shlafm
gehen
gaɪ̯ən
gaiēn

Ορισμός και σημασία του "schlafen gehen"στα γερμανικά

schlafen gehen
01

πάω για ύπνο, πηγαίνω στο κρεβάτι

Sich ins Bett begeben, um sich auszuruhen 
schlafen gehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
schlafen
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe schlafen
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht schlafen
ενεστώτα μετοχή
schlafen gehend
απλός αόριστος
ging schlafen
παθητική μετοχή
schlafengegangen
Παραδείγματα
Ich bin müde und will schlafen gehen. 

Είμαι κουρασμένος και θέλω να πάω για ύπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store