Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schlafen gehen
[past form: ging schlafen]
01
πάω για ύπνο, πηγαίνω στο κρεβάτι
Sich ins Bett begeben, um sich auszuruhen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
schlafen
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe schlafen
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht schlafen
ενεστώτα μετοχή
schlafen gehend
απλός αόριστος
ging schlafen
παθητική μετοχή
schlafengegangen
Παραδείγματα
Nach dem Film ist sie sofort schlafen gegangen.
Μετά την ταινία, πήγε να κοιμηθεί αμέσως.



























