Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schichtdienst
[gender: masculine]
01
εργασία βάρδιων, υπηρεσία βάρδιων
Ein Arbeitsmodell, bei dem die Arbeitszeit in verschiedene Schichten aufgeteilt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schichtdienst(e)s
πληθυντικός τύπος
Schichtdienste
Παραδείγματα
Nicht jeder kommt mit dem Schichtdienst gut zurecht.
Δεν προσαρμόζονται όλοι καλά στη εργασία βάρδιων.



























