Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scheiden
01
διαζύγιο, λύω τον γάμο
Die Ehe offiziell beenden; sich legal trennen
Παραδείγματα
Sie haben sich nach zehn Jahren Ehe scheiden lassen.
Χώρισαν μετά από δέκα χρόνια γάμου.
02
διαχωρίζω, διαιρώ
etwas voneinander trennen oder auseinanderhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
scheide
γ΄ ενικό πρόσωπο
scheidet
ενεστώτα μετοχή
scheidend
απλός αόριστος
schied
παθητική μετοχή
geschieden
Παραδείγματα
Man muss Müll nach Arten scheiden.
Τα σκουπίδια πρέπει να διαχωρίζονται ανά τύπο.



























