Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scheiden
01
διαζύγιο, λύω τον γάμο
Die Ehe offiziell beenden; sich legal trennen
Παραδείγματα
Sie hat beschlossen, sich von ihm scheiden zu lassen.
Αποφάσισε να χωρίσει μαζί του.
02
διαχωρίζω, διαιρώ
etwas voneinander trennen oder auseinanderhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
scheide
γ΄ ενικό πρόσωπο
scheidet
ενεστώτα μετοχή
scheidend
απλός αόριστος
schied
παθητική μετοχή
geschieden
Παραδείγματα
Das Gesetz scheidet private und öffentliche Bereiche.
Ο νόμος διαχωρίζει τις ιδιωτικές και δημόσιες σφαίρες.



























