schauen
Pronunciation
/ˈʃaʊ̯ən/

Ορισμός και σημασία του "schauen"στα γερμανικά

schauen
01

κοιτάζω, παρατηρώ

Mit den Augen etwas bewusst betrachten oder beobachten
schauen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaue
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaut
ενεστώτα μετοχή
schauend
απλός αόριστος
schaute
παθητική μετοχή
geschaut
Παραδείγματα
Kannst du nach den Kindern schauen?
Μπορείς να κοιτάξεις τα παιδιά;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store