Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schauen
01
κοιτάζω, παρατηρώ
Mit den Augen etwas bewusst betrachten oder beobachten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaue
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaut
ενεστώτα μετοχή
schauend
απλός αόριστος
schaute
παθητική μετοχή
geschaut
Παραδείγματα
Er schaut aus dem Fenster.
Αυτός κοιτάζει από το παράθυρο.



























