Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
schauen
[past form: schaute]
01
κοιτάζω, παρατηρώ
Mit den Augen etwas bewusst betrachten oder beobachten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaue
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaut
ενεστώτα μετοχή
schauend
απλός αόριστος
schaute
παθητική μετοχή
geschaut
Παραδείγματα
Kannst du nach den Kindern schauen?
Μπορείς να κοιτάξεις τα παιδιά;



























