Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scharf
[comparative form: schärfer][superlative form: schärfsten]
01
ακονισμένος, κοφτερός
sehr spitz oder mit scharfer Kante
Παραδείγματα
Die Scherbe hat eine scharfe Kante.
Το θραύσμα έχει ακονισμένη άκρη.
02
πικάντικος, αλμυρός
Mit starkem, würzigem Geschmack
Παραδείγματα
Scharfer Pfeffer reizt die Zunge.
Το πικάντικο πιπέρι ερεθίζει τη γλώσσα.


























