schadhaft
scha
ˈʃa:t
shat
dhaft
ˌhaft
haft
schamhaft

Ορισμός και σημασία του "schadhaft"στα γερμανικά

01

ελαττωματικός, κατεστραμμένος

Ein Gegenstand oder System, das einen Defekt oder Schaden aufweist und nicht ordnungsgemäß funktioniert 
schadhaft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am schadhaftesten
συγκριτικός βαθμός
schadhafter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Objekte, Technik
Παραδείγματα
Der schadhafte Reifen musste gewechselt werden. 

Το ελαττωματικό λάστιχο έπρεπε να αντικατασταθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store