Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schaden
[gender: masculine]
01
ζημία, βλάβη
Ein negativer Effekt oder Verlust, der durch ein Ereignis, eine Handlung oder Vernachlässigung entsteht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schadens
πληθυντικός τύπος
Schäden
Παραδείγματα
Der Autounfall verursachte großen Schaden am Fahrzeug.
Το αυτοκινητιστικό ατύχημα προκάλεσε μεγάλη ζημιά στο όχημα.
schaden
[past form: schadete]
01
βλάπτω, ζημιώνω
Jemandem oder etwas einen Nachteil, Verlust oder eine Beeinträchtigung zufügen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schade
γ΄ ενικό πρόσωπο
schadet
ενεστώτα μετοχή
schadend
απλός αόριστος
schadete
παθητική μετοχή
geschadet
Παραδείγματα
Plastik schadet der Umwelt.
Το πλαστικό βλάπτει το περιβάλλον.



























