Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sachlich
01
αντικειμενικός, γεγοντολογικός
Etwas, das neutral, faktenbasiert und ohne emotionale oder persönliche Voreingenommenheit präsentiert wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am sachlichsten
συγκριτικός βαθμός
sachlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Analyse war sachlich und präzise.
Η ανάλυσή του ήταν αντικειμενική και ακριβής.



























