sagen
sa
za:
za
gen
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "sagen"στα γερμανικά

01

λέω, μιλάω

Mit jemandem reden
sagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sage
γ΄ ενικό πρόσωπο
sagt
ενεστώτα μετοχή
sagend
απλός αόριστος
sagte
παθητική μετοχή
gesagt
Παραδείγματα
Er sagt nichts.
Δεν λέει τίποτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store