der saal
saal
sa:l
σαλ
soll

Ορισμός και σημασία του "saal"στα γερμανικά

01

αίθουσα, μεγάλη αίθουσα

Ein großer Raum für Veranstaltungen, Feiern oder Versammlungen 
der Saal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Säle
γενική πτώση
Saal(e)s
Παραδείγματα
Die Gäste versammelten sich im großen Saal. 

Οι επισκέπτες συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη αίθουσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store