Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Saal
01
αίθουσα, μεγάλη αίθουσα
Ein großer Raum für Veranstaltungen, Feiern oder Versammlungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Saal(e)s
πληθυντικός τύπος
Säle
Παραδείγματα
Alle applaudierten laut im Saal.
Όλοι χειροκρότησαν δυνατά στην αίθουσα.



























