die Rührung

Ορισμός και σημασία του "rührung"στα γερμανικά

Die Rührung
[gender: feminine]
01

συγκίνηση, συναίσθημα

Ein starkes, oft positives Gefühl wie Mitgefühl oder tiefe Freude
die Rührung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Rührung
Παραδείγματα
Man sah ihm die Rührung an.
Μπορούσες να δεις το συναίσθημα στο πρόσωπό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store