Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Rührung
[gender: feminine]
01
συγκίνηση, συναίσθημα
Ein starkes, oft positives Gefühl wie Mitgefühl oder tiefe Freude
Παραδείγματα
Man sah ihm die Rührung an.
Μπορούσες να δεις το συναίσθημα στο πρόσωπό του.


























