das rührei
rührei
ʁy:ɐ̯aɪ
ryai

Ορισμός και σημασία του "rührei"στα γερμανικά

01

αυγά ομελέτα, τυλιχτή ομελέτα

Mit Milch oder Butter verrührtes, gebratenes Ei 
das Rührei definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Rühreier
γενική πτώση
Rührei(e)s
Παραδείγματα
Ich esse Rührei zum Frühstück. 

Τρώω αυγά σκραμπλ για πρωινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store