das rollo
ro
ˈʁɔ
ρο
llo
lo
λο

Ορισμός και σημασία του "rollo"στα γερμανικά

01

ρολό κουρτίνα, κυλιόμενη κουρτίνα

ein rollbarer Vorhang, der zum Verdunkeln oder Schützen vor Sonne verwendet wird 
das Rollo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Rollos
γενική πτώση
Rollos
Παραδείγματα
Das Rollo ist weiß. 

Το ρολό είναι άσπρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store