der Roller

Ορισμός και σημασία του "roller"στα γερμανικά

01

πατίνι, σκούτερ

Ein kleines Fahrzeug mit zwei oder drei Rädern, das man oft zum schnellen Fahren in der Stadt benutzt
der Roller definition and meaning
Παραδείγματα
Man braucht einen Helm, wenn man mit dem Roller fährt.
Χρειάζεσαι κράνος όταν οδηγείς το ρόλερ.
02

περιπατητής για μωρά, βρεφικό βοηθητικό περπατήματος

ein kleines Gerät mit Rollen, das kleinen Kindern beim Lernen des Laufens hilft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rollers
πληθυντικός τύπος
Roller
Παραδείγματα
Viele Eltern benutzen einen Roller für ihr Kind.
Ο βοηθητής περπατήματος χρησιμοποιείται από πολλούς γονείς για το παιδί τους.

Λεξικό Δέντρο

roller
roll
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store