Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Roller
01
πατίνι, σκούτερ
Ein kleines Fahrzeug mit zwei oder drei Rädern, das man oft zum schnellen Fahren in der Stadt benutzt
Παραδείγματα
Er fährt jeden Tag mit dem Roller zur Arbeit.
Πηγαίνει στη δουλειά κάθε μέρα με το ρόλερ.
02
περιπατητής για μωρά, βρεφικό βοηθητικό περπατήματος
ein kleines Gerät mit Rollen, das kleinen Kindern beim Lernen des Laufens hilft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rollers
πληθυντικός τύπος
Roller
Παραδείγματα
Das Baby bewegte sich mit dem Roller durch das Zimmer.
Το μωρό κινούνταν στο δωμάτιο με το περπατητήρι.
Λεξικό Δέντρο
roller
roll



























