der roller
ro
ˈʁɔ
ρο
ller
λ

Ορισμός και σημασία του "roller"στα γερμανικά

01

πατίνι, σκούτερ

Ein kleines Fahrzeug mit zwei oder drei Rädern, das man oft zum schnellen Fahren in der Stadt benutzt 
der Roller definition and meaning
Παραδείγματα
Er fährt jeden Tag mit dem Roller zur Arbeit. 

Πηγαίνει στη δουλειά κάθε μέρα με το ρόλερ.

02

περιπατητής για μωρά, βρεφικό βοηθητικό περπατήματος

ein kleines Gerät mit Rollen, das kleinen Kindern beim Lernen des Laufens hilft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Roller
γενική πτώση
Rollers
Παραδείγματα
Das Baby bewegte sich mit dem Roller durch das Zimmer. 

Το μωρό κινούνταν στο δωμάτιο με το περπατητήρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

roller
roll
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store