der rock
rock
ʀɔk
rawk
bocksmogblogstock

Ορισμός και σημασία του "rock"στα γερμανικά

01

φούστα, ποδιά

Der weibliche Kleidungs-Teil, der die Hüfte oder Beine bedeckt 
der Rock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Röcke
γενική πτώση
Rock(e)s
Παραδείγματα
Sie trägt einen roten Rock. 

Φοράει ένα κόκκινο φούστα.

02

ροκ, ροκ μουσική

Der laute Musikstil mit Gitarren 
der Rock definition and meaning
Παραδείγματα
Er hört gern Rock. 

Του αρέσει να ακούει ροκ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store