Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Richtung
01
κατεύθυνση, προσανατολισμός
Eine Linie oder Orientierung, in die etwas zeigt oder bewegt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Richtung
πληθυντικός τύπος
Richtungen
Παραδείγματα
Der Wind weht in die falsche Richtung.
Ο άνεμος φυσάει στη λάθος κατεύθυνση.



























