Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Richtung
[gender: feminine]
01
κατεύθυνση, προσανατολισμός
Eine Linie oder Orientierung, in die etwas zeigt oder bewegt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Richtung
πληθυντικός τύπος
Richtungen
Παραδείγματα
In welche Richtung soll ich gehen?
Προς ποια κατεύθυνση πρέπει να πάω ;



























