Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rentner
01
συνταξιούχος, αποσυρθείς
Ein älterer Mann, der nicht mehr arbeitet und Rente bekommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rentner
αρσενικό ενικό
Rentner
θηλυκό ενικό
Rentnerin
neutral form
Rentner*in
γενική πτώση
Rentners
Παραδείγματα
Der Rentner liest Zeitung.
Ο συνταξιούχος διαβάζει εφημερίδα.
LanGeek



























