Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renovieren
01
ανακαινίζω, αναπαλαιώνω
Ein Gebäude oder Raum reparieren und verschönern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
renoviere
γ΄ ενικό πρόσωπο
renoviert
ενεστώτα μετοχή
renovierend
απλός αόριστος
renovierte
παθητική μετοχή
renoviert
Παραδείγματα
Renovieren kostet oft viel Geld.
Η ανακαίνιση κοστίζει συχνά πολλά χρήματα.



























