die Religion
Pronunciation
/reliˈɡjoːn/

Ορισμός και σημασία του "religion"στα γερμανικά

Die Religion
[gender: feminine]
01

θρησκεία, πίστη

Glaube an Gott und Regeln fürs Leben
die Religion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Religion
πληθυντικός τύπος
Religionen
Παραδείγματα
Religion hilft manchen Menschen im Leben.
Η θρησκεία βοηθάει κάποιους ανθρώπους στη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store