reißerisch
reißerisch
ʁaɪ̯səʁɪʃ
raisērish
regnerisch

Ορισμός και σημασία του "reißerisch"στα γερμανικά

reißerisch
01

ευφυολόγος, αισθησιακός

Auf übertriebene, oft unseriöse Weise aufgemacht, um maximale Aufmerksamkeit zu erregen 
reißerisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am reißerischsten
συγκριτικός βαθμός
reißerischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Zeitung präsentierte die Nachricht reißerisch. 

Η εφημερίδα παρουσίασε την είδηση με ευφάνταστο τρόπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store