Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reißerisch
01
ευφυολόγος, αισθησιακός
Auf übertriebene, oft unseriöse Weise aufgemacht, um maximale Aufmerksamkeit zu erregen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am reißerischsten
συγκριτικός βαθμός
reißerischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Zeitung präsentierte die Nachricht reißerisch.
Η εφημερίδα παρουσίασε την είδηση με ευφάνταστο τρόπο.



























