reizvoll
reizvoll
ʁaɪ̯tsfɔl
raitsfawl

Ορισμός και σημασία του "reizvoll"στα γερμανικά

01

γοητευτικός, ελκυστικός

Etwas, das schön, anziehend oder interessant wirkt 
reizvoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am reizvollsten
συγκριτικός βαθμός
reizvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Ästhetik, Wirkung, Attraktivität
Παραδείγματα
Das Kleid sieht sehr reizvoll aus. 

Το φόρεμα φαίνεται πολύ γοητευτικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store