Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Reinigung
[gender: feminine]
01
καθαρισμός, πλύσιμο
Das Saubermachen von etwas
Παραδείγματα
Die Reinigung macht alles sauber.
Ο καθαρισμός κάνει τα πάντα καθαρά.
02
στεγνό καθάρισμα, καθαριστήριο
Ein Laden, wo man Kleidung professionell säubert
Παραδείγματα
Die Jacke kommt aus der Reinigung.
Το σακάκι προέρχεται από το καθάρισμα.


























