rein
Pronunciation
/ʁaɪn/

Ορισμός και σημασία του "rein"στα γερμανικά

01

καθαρός, καθαρός

Ohne fremde Zusätze
rein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am reinsten
συγκριτικός βαθμός
reiner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dieses Gold ist 24 Karat und rein.
Αυτός ο χρυσός είναι 24 καράτια και καθαρός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store