reimen
reimen
ʁaɪ̯mɐn
raimn
riemenreihenreibenreizen

Ορισμός και σημασία του "reimen"στα γερμανικά

reimen
01

ομοιοκαταληκτώ

Wörter mit gleichen oder sich ähnlichen Endlauten in der Poesie 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reime
γ΄ ενικό πρόσωπο
reimt
ενεστώτα μετοχή
reimend
απλός αόριστος
reimte
παθητική μετοχή
gereimt
Παραδείγματα
Diese beiden Wörter reimen sich nicht perfekt. 

Αυτές οι δύο λέξεις δεν ομοιοκαταληκτούν τέλεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store