die Reform
Pronunciation
/ʀeˈfɔʁm/

Ορισμός και σημασία του "reform"στα γερμανικά

01

μεταρρύθμιση, αναμόρφωση

Eine geplante Verbesserung oder Erneuerung eines Systems, einer Institution oder von Regeln
die Reform definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Reform
πληθυντικός τύπος
Reformen
Παραδείγματα
Nach der Reform gab es weniger Bürokratie.
Μετά τη μεταρρύθμιση, υπήρχε λιγότερη γραφειοκρατία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store