Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realisieren
01
πραγματοποιώ, υλοποιώ
Etwas in die Tat umsetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
realisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
realisiert
ενεστώτα μετοχή
realisierend
απλός αόριστος
realisierte
παθητική μετοχή
realisiert
Παραδείγματα
Wir realisieren das Bauprojekt 2025.
Πραγματοποιούμε το έργο κατασκευής 2025.
02
συνειδητοποιώ, καταλαβαίνω
Etwas plötzlich verstehen oder wahrnehmen
Παραδείγματα
Plötzlich realisierte ich meinen Fehler.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησα το λάθος μου.



























