Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realisieren
[past form: realisierte]
01
πραγματοποιώ, υλοποιώ
Etwas in die Tat umsetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
realisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
realisiert
ενεστώτα μετοχή
realisierend
απλός αόριστος
realisierte
παθητική μετοχή
realisiert
Παραδείγματα
Es ist schwierig, alle Ideen zu realisieren.
Είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν όλες οι ιδέες.
02
συνειδητοποιώ, καταλαβαίνω
Etwas plötzlich verstehen oder wahrnehmen
Παραδείγματα
Sie realisierte erst spät die Gefahr.
Αυτή συνειδητοποίησε τον κίνδυνο μόνο αργά.



























