quirlig
quirlig
kvɪʁlɪk
kvirlik

Ορισμός και σημασία του "quirlig"στα γερμανικά

01

ζωηρός, ενεργητικός

Voller lebhafter Energie und unbändiger Freude 
quirlig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am quirligsten
συγκριτικός βαθμός
quirliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das quirlige Kind sprang den ganzen Tag im Garten herum. 

Το ζωηρό παιδί πήδηξε στον κήπο όλη μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store