Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Quelle
01
πηγή, προέλευση
Ein Dokument, Objekt oder Ort, das/die Informationen für Forschung oder Beweisführung liefert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Quellen
γενική πτώση
Quelle
Παραδείγματα
Primärquellen sind originale historische Dokumente.
Οι πρωτογενείς πηγές είναι πρωτότυπα ιστορικά έγγραφα.



























