Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purzeln
01
κυλώ, πέφτω περιστρεφόμενος
Sich schnell und unkontrolliert drehen oder fallen, oft kopfüber
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
purzele
γ΄ ενικό πρόσωπο
purzelt
ενεστώτα μετοχή
purzelnd
απλός αόριστος
purzelte
παθητική μετοχή
gepurzelt
Παραδείγματα
Das Kind purzelte die Treppe hinunter, blieb aber unverletzt.
Το παιδί κυλίστηκε κάτω από τις σκάλες, αλλά παρέμεινε άθικτο.



























