purzeln

Ορισμός και σημασία του "purzeln"στα γερμανικά

purzeln
01

κυλώ, πέφτω περιστρεφόμενος

Sich schnell und unkontrolliert drehen oder fallen, oft kopfüber
purzeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
purzele
γ΄ ενικό πρόσωπο
purzelt
ενεστώτα μετοχή
purzelnd
απλός αόριστος
purzelte
παθητική μετοχή
gepurzelt
Παραδείγματα
Die Murmel purzelte die Rampe hinunter.
Η μπίλια κυλίστηκε κάτω από τη ράμπα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store