preiswert
preiswert
pʁaɪ̯sve:ɐ̯t
praisvet

Ορισμός και σημασία του "preiswert"στα γερμανικά

01

προσιτός, οικονομικός

Mit gutem Verhältnis zwischen Preis und Qualität 
preiswert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
preiswerteste-
συγκριτικός βαθμός
preiswerter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Kosten, Qualität, Wirtschaft
Παραδείγματα
Ich habe ein preiswertes Hotel gefunden. 

Βρήκα ένα οικονομικό ξενοδοχείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store