Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preiswert
01
προσιτός, οικονομικός
Mit gutem Verhältnis zwischen Preis und Qualität
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
preiswerteste-
συγκριτικός βαθμός
preiswerter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich habe ein preiswertes Hotel gefunden.
Βρήκα ένα οικονομικό ξενοδοχείο.



























