der pollen
po
ˈpɔ
paw
llen
lən
lēn
polenpellen

Ορισμός και σημασία του "pollen"στα γερμανικά

01

γύρη

Feine, pulverförmige Körner, die von Blütenpflanzen produziert werden und für die Befruchtung notwendig sind 
der Pollen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Pollen
γενική πτώση
Pollens
Παραδείγματα
Bienen tragen Pollen von Blüte zu Blüte. 

Οι μέλισσες μεταφέρουν γύρη από λουλούδι σε λουλούδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store