der polyester
polyester
po:liʔɛstɐ
poliest

Ορισμός και σημασία του "polyester"στα γερμανικά

01

πολυεστέρας, πολυεστέρας

Ein künstlich hergestelltes Material, das oft für Kleidung und Textilien verwendet wird 
der Polyester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Polyester
γενική πτώση
Polyesters
Παραδείγματα
Das Kleid ist aus Polyester gefertigt. 

Το φόρεμα είναι κατασκευασμένο από πολυεστέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store