Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
politisch
01
πολιτικός
Verbunden mit Regierung, Staat oder öffentlichen Angelegenheiten
Παραδείγματα
Das Treffen war ein wichtiger politischer Anlass.
Η συνάντηση ήταν ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πολιτικός