Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Platzangst
[gender: feminine]
01
κλειστοφοβία, αγοραφοβία
Angst vor engen, geschlossenen Räumen oder großen offenen Plätzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Platzangst
Παραδείγματα
Therapie kann helfen, Platzangst zu überwinden.
Η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην υπέρβαση της κλαυστροφοβίας.
Λεξικό Δέντρο
platzangst
platz
angst



























