Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Platz
01
πλατεία, ανοιχτός χώρος
Ein offener Bereich in einer Stadt, oft mit Straßen oder Gebäuden darum herum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Platzes
πληθυντικός τύπος
Plätze
Παραδείγματα
Kinder spielen oft auf dem Platz.
Τα παιδιά παίζουν συχνά στην πλατεία.
02
θέση, χώρος
Ein Bereich, den man nutzen oder betreten kann
Παραδείγματα
Wir suchen einen Platz für das Picknick.
Ψάχνουμε ένα μέρος για το πικνίκ.



























