der platz
platz
plats
πλατσ
spatzsatzschatzWenn-Satz

Ορισμός και σημασία του "platz"στα γερμανικά

01

πλατεία, ανοιχτός χώρος

Ein offener Bereich in einer Stadt, oft mit Straßen oder Gebäuden darum herum 
der Platz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Plätze
γενική πτώση
Platzes
Παραδείγματα
Der Marktplatz ist sehr belebt. 

Η πλατεία της αγοράς είναι πολύ ζωντανή.

02

θέση, χώρος

Ein Bereich, den man nutzen oder betreten kann 
der Platz definition and meaning
Παραδείγματα
Hast du einen Platz für das Auto gefunden? 

Βρήκες θέση για το αυτοκίνητο;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store