Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Periode
01
περίοδος, εποχή
Ein zeitlicher Abschnitt mit bestimmten Merkmalen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Perioden
γενική πτώση
Periode
Παραδείγματα
Die Renaissance war eine Periode großer künstlerischer Innovation.
Η Αναγέννηση ήταν μια περίοδος μεγάλης καλλιτεχνικής καινοτομίας.
LanGeek



























