Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pensioniert
01
συνταξιούχος, σε σύνταξη
Nicht mehr berufstätig aufgrund des Alters oder Dienstalters
Παραδείγματα
Pensionierte Lehrer erhalten Rente.
Οι συνταξιούχοι δάσκαλοι λαμβάνουν σύνταξη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συνταξιούχος, σε σύνταξη