pensioniert
Pronunciation
/pɛnˈzi̯oːniːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "pensioniert"στα γερμανικά

pensioniert
01

συνταξιούχος, σε σύνταξη

Nicht mehr berufstätig aufgrund des Alters oder Dienstalters
pensioniert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Pensionierte Lehrer erhalten Rente.
Οι συνταξιούχοι δάσκαλοι λαμβάνουν σύνταξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store