Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pendeln
01
κάνω τακτικές μετακινήσεις, μετακινούμαι για δουλειά
Regelmäßig zwischen zwei Orten hin- und herfahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pendle
γ΄ ενικό πρόσωπο
pendelt
ενεστώτα μετοχή
pendelnd
απλός αόριστος
pendelte
παθητική μετοχή
gependelt
Παραδείγματα
Viele Menschen pendeln von kleinen Städten in die Großstadt.
Επιβαίνω σε καθημερινές μετακινήσεις είναι αυτό που κάνουν πολλοί άνθρωποι όταν μετακινούνται από μικρές πόλεις στη μεγάλη πόλη.



























