pendeln
pen
ˈpɛn
pen
deln
dəln
dēln

Ορισμός και σημασία του "pendeln"στα γερμανικά

pendeln
01

κάνω τακτικές μετακινήσεις, μετακινούμαι για δουλειά

Regelmäßig zwischen zwei Orten hin- und herfahren 
pendeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pendle
γ΄ ενικό πρόσωπο
pendelt
ενεστώτα μετοχή
pendelnd
απλός αόριστος
pendelte
παθητική μετοχή
gependelt
Παραδείγματα
Ich pendle täglich zwischen München und Augsburg. 

Μετακινούμαι καθημερινά μεταξύ του Μονάχου και του Άουγκσμπουργκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store