Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pendeln
01
κάνω τακτικές μετακινήσεις, μετακινούμαι για δουλειά
Regelmäßig zwischen zwei Orten hin- und herfahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pendle
γ΄ ενικό πρόσωπο
pendelt
ενεστώτα μετοχή
pendelnd
απλός αόριστος
pendelte
παθητική μετοχή
gependelt
Παραδείγματα
Ich pendle täglich zwischen München und Augsburg.
Μετακινούμαι καθημερινά μεταξύ του Μονάχου και του Άουγκσμπουργκ.



























