parken
parken
paʁkɐn
parkn
paukenpacken

Ορισμός και σημασία του "parken"στα γερμανικά

parken
01

παρκάρω, σταθμεύω

Ein Fahrzeug an einem erlaubten Platz abstellen 
parken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
parke
γ΄ ενικό πρόσωπο
parkt
ενεστώτα μετοχή
parkend
απλός αόριστος
parkte
παθητική μετοχή
geparkt
Παραδείγματα
Ich parke mein Auto vor dem Supermarkt. 

Παρκάρω το αυτοκίνητό μου μπροστά από το σούπερ μάρκετ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store