parken
Pronunciation
/paʁkən/

Ορισμός και σημασία του "parken"στα γερμανικά

parken
01

παρκάρω, σταθμεύω

Ein Fahrzeug an einem erlaubten Platz abstellen
parken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
parke
γ΄ ενικό πρόσωπο
parkt
ενεστώτα μετοχή
parkend
απλός αόριστος
parkte
παθητική μετοχή
geparkt
Παραδείγματα
Falsches Parken kostet 20 Euro Strafe.
Η λανθασμένη παρκάρισμα κοστίζει 20 ευρώ πρόστιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store