der ort
ort
ɔɐ̯t
awt
mordrekord

Ορισμός και σημασία του "ort"στα γερμανικά

01

τόπος, θέση

Ein bestimmter Platz, an dem etwas stattfindet oder sich befindet 
der Ort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Orte
γενική πτώση
Ort(e)s
Παραδείγματα
Dieser Ort ist sehr ruhig. 

Αυτός ο τόπος είναι πολύ ήσυχος.

02

περιοχή, ζώνη

Eine größere Gegend oder ein Bereich mit bestimmten Merkmalen 
das Ort definition and meaning
Παραδείγματα
In diesem Ort gibt es viele alte Häuser. 

Σε αυτό το μέρος, υπάρχουν πολλά παλιά σπίτια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store