Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ort
01
τόπος, θέση
Ein bestimmter Platz, an dem etwas stattfindet oder sich befindet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ort(e)s
πληθυντικός τύπος
Orte
Παραδείγματα
Ich habe keinen besseren Ort gefunden.
Δεν βρήκα καλύτερο μέρος.
02
περιοχή, ζώνη
Eine größere Gegend oder ein Bereich mit bestimmten Merkmalen
Παραδείγματα
Ich bin neu in diesem Ort.
Είμαι νέος σε αυτό το μέρος.



























