originell
Pronunciation
/oʀiɡiˈnɛl/

Ορισμός και σημασία του "originell"στα γερμανικά

01

πρωτότυπος, δημιουργικός

Etwas, das neuartig, kreativ und unkonventionell ist
originell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am originellsten
συγκριτικός βαθμός
origineller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein origineller Musikstil mischt Jazz mit traditioneller persischer Musik.
Το πρωτότυπο μουσικό του στυλ αναμιγνύει τζαζ με παραδοσιακή περσική μουσική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store