Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Orgel
01
όργανο, πνευστό όργανο
Ein großes Tasteninstrument, das durch Luftstrom durch Pfeifen Töne erzeugt und oft in Kirchen oder Konzertsälen gespielt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Orgel
πληθυντικός τύπος
Orgeln
Παραδείγματα
Die Orgel ist eines der ältesten Musikinstrumente Europas.
Το όργανο είναι ένα από τα παλαιότερα μουσικά όργανα στην Ευρώπη.



























