die orgel
orgel
ɔʁgl
awrgl

Ορισμός και σημασία του "orgel"στα γερμανικά

01

όργανο, πνευστό όργανο

Ein großes Tasteninstrument, das durch Luftstrom durch Pfeifen Töne erzeugt und oft in Kirchen oder Konzertsälen gespielt wird 
die Orgel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Orgeln
γενική πτώση
Orgel
Παραδείγματα
Die Orgel in der Kathedrale ist über 300 Jahre alt. 

Το όργανο στον καθεδρικό ναό είναι πάνω από 300 ετών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store