Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Orgel
01
όργανο, πνευστό όργανο
Ein großes Tasteninstrument, das durch Luftstrom durch Pfeifen Töne erzeugt und oft in Kirchen oder Konzertsälen gespielt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Orgel
πληθυντικός τύπος
Orgeln
Παραδείγματα
Die Orgel in der Kathedrale ist über 300 Jahre alt.
Το όργανο στον καθεδρικό ναό είναι πάνω από 300 ετών.



























