Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opfern
01
θυσιάζω, فدا کردن
Etwas Wichtiges oder Wertvolles geben oder hingeben, oft für einen höheren Zweck oder aus religiösen Gründen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
opfer
γ΄ ενικό πρόσωπο
opfert
ενεστώτα μετοχή
opfernd
απλός αόριστος
opferte
παθητική μετοχή
geopfert
Παραδείγματα
Die Priester opferten Weihrauch während der Zeremonie.
Οι ιερείς θυσίασαν θυμίαμα κατά τη διάρκεια της τελετής.



























