opfern
opfern
ɔpfɐn
awpfn

Ορισμός και σημασία του "opfern"στα γερμανικά

opfern
01

θυσιάζω, فدا کردن

Etwas Wichtiges oder Wertvolles geben oder hingeben, oft für einen höheren Zweck oder aus religiösen Gründen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
opfer
γ΄ ενικό πρόσωπο
opfert
ενεστώτα μετοχή
opfernd
απλός αόριστος
opferte
παθητική μετοχή
geopfert
Παραδείγματα
Die Menschen opfern Tiere in alten Ritualen. 

Οι άνθρωποι θυσιάζουν ζώα σε παλιά τελετουργικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store